καταχαλκεύω

καταχαλκεύω
καταχαλκεύω (AM)
κατεργάζομαι χαλκό, χύνω κάτι σε χαλκό, κατασκευάζω κάτι με χαλκό
αρχ.
παθ. καταχαλκεύομαι
κατασκευάζομαι («ἐπ' οὐδενὶχρησίμῳ κατεχαλκεύθη», Γρηγ. Νύσσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-* + χαλκεύω «κατασκευάζω κάτι από χαλκό»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • καταχαλκευόμενον — καταχαλκεύω work pres part mp masc acc sg καταχαλκεύω work pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχαλκεῦσαι — καταχαλκεύω work aor inf act καταχαλκόω cover pres part act fem nom/voc pl (epic ionic) καταχαλκόω cover pres part act fem nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχαλκεύεσθαι — καταχαλκεύω work pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταχαλκεύοιτο — καταχαλκεύω work pres opt mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”